Πατερομιχελάκη Αικατερίνη

Ειδική Ρευματολόγος

Συμβατικά ανοσοτροποποιητικά φάρμακα

Αντιρευματικά τροποποιητικά της νόσου φάρμακα (DMARDS)

Τι είναι τα ανοσοτροποποιητικά φάρμακα;

Τα αντιρευματικά φάρμακα που τροποποιούν τη νόσο είναι μια ομάδα φαρμάκων που χρησιμοποιούνται συνήθως σε άτομα με αυτοάνοσα νοσήματα όπως η ρευματοειδής αρθρίτιδα, η αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα, η ψωριασική αρθρίτιδα και ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος.

Λειτουργούν μειώνοντας τον πόνο και τη φλεγμονή και αποτρέποντας τη βλάβη των αρθρώσεων ή άλλων οργάνων.

Στόχος των φαρμάκων αυτών είναι να καταστέλλουν το υπερδραστήριο ανοσοποιητικό σύστημα του σώματος. Η δράση τους εμφανίζεται μέσα σε εβδομάδες ή μήνες και δεν έχουν σχεδιαστεί για να παρέχουν άμεση ανακούφιση από τα συμπτώματα.

Άλλα φάρμακα, όπως αναλγητικά, μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ, π.χ. ιβουπροφαίνη ή ναπροξένη) και, μερικές φορές, κορτιζόνη, χορηγούνται για να παρέχουν ταχύτερη ανακούφιση από τα συνεχιζόμενα συμπτώματα.

Κοινή παρενέργεια των αντιρευματικών φαρμάκων είναι οτι μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο για λοιμώξεις, όπως είναι οι λοιμώξεις ανώτερου ή κατώτερου αναπνευστικού, γι αυτό είναι πολύ σημαντικό να πραγματοποιείται ο ενδεδειγμένος εμβολιασμός ανάλογα με την περίπτωση.

Πως επιλέγεται το κατάλληλο DMARD για την κάθε περίπτωση;

Η επιλογή του φαρμάκου εξαρτάται από διάφορους παράγοντες, όπως είναι ησοβαρότητα του νοσήματος, η ισορροπία μεταξύ πιθανών παρενεργειών και αναμενόμενων οφελών, άλλες ιατρικές καταστάσεις και η προσωπική προτίμηση του ασθενούς.

Πριν ξεκινήσει η θεραπεία, ο ασθενής και ο γιατρός θα πρέπει να συζητήσουν τα οφέλη και τους κινδύνους κάθε τύπου θεραπείας, συμπεριλαμβανομένων των πιθανών παρενεργειών, του δοσολογικού σχήματος, της συχνότητας παρακολούθησης και των αναμενόμενων αποτελεσμάτων.

Μερικές φορές ένα άτομο πρέπει να δοκιμάσει διαφορετικά φάρμακα ή συνδυασμούς για να βρει αυτό που λειτουργεί καλύτερα και που έχει τις λιγότερες παρενέργειες.

Τα αντιρευματικά τροποποιητικά της νόσου φάρμακα χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες:
-Κλασικά/συμβατικά ανοσοτροποποιητικά
-Βιολογικοί παράγοντες
-Στοχευμένα συνθετικά ανοσοτροποποιητικά φάρμακα

Ποιά είναι τα κλασικά/συμβατικά ανοσοτροποποιητικά;

Τα πιο κοινά συμβατικά DMARDs είναι η υδροξυχλωροκίνη, η μεθοτρεξάτη, η λεφλουνομίδη και η αζαθειοπρίνη. Υπάρχουν και άλλα φάρμακα που χρησιμοποιούνται λιγότερο συχνά όπως είναι η κυκλοσπορίνη, η σουλφασαλαζίνη, το μυκοφαινολικό και η κυκλοφωσφαμίδη.

Υδροξυχλωροκίνη
Χρησιμοποιείται νωρίς στην πορεία της ρευματοειδούς αρθρίτιδας και συχνά σε συνδυασμό με άλλα DMARDs. Χρησιμοποιείται επίσης πολύ συχνά για τη θεραπεία του συστηματικού ερυθηματώδους λύκου.

Συνήθως λαμβάνεται σε μορφή χαπιού μία ή δύο φορές την ημέρα και μπορεί να χρειαστούν δύο έως τρεις μήνες ή περισσότερο για να βελτιωθούν τα συμπτώματα.

Συνήθως είναι πολύ καλά ανεκτό φάρμακο. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες δεν είναι συνηθισμένες. Σπάνια μπορεί να παρουσιαστεί εξάνθημα στο δέρμα, υπέρχρωση δέρματος, δυσπεψία, διάρροια ή πονοκέφαλος.

Εξαιρετικά σπάνια και μετά από πολλά χρόνια λήψης του φαρμάκου, μπορεί να προκληθεί πρόβλημα σε ένα τμήμα του ματιού που λέγεται αμφιβληστροειδής χιτώνας. Είναι σημαντικό να γίνεται οφθαλμολογικός έλεγχος 1 φορά/ έτος καθώς ο προληπτικός έλεγχος επιτρέπει την έγκαιρη ανίχνευση αυτής της τοξικότητας και τη διακοπή του φαρμάκου πριν εμφανιστεί πρόβλημα όρασης.

Μεθοτρεξάτη
Η μεθοτρεξάτη χρησιμοποιείται στη θεραπεία αρκετών αυτοάνοσων νοσημάτων όπως είναι η ρευματοειδής αρθρίτιδα, η ψωριασική αρθρίτιδα, ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος και άλλα.

Όταν αρχίσει δράση της μειώνει τον πόνο, το πρήξιμο και τη δυσκαμψία στις αρθρώσεις.

Λαμβάνεται κάθε εβδομάδα (την ίδια μέρα κάθε εβδομάδα) ως χάπι, ή ένεση που χορηγείται υποδόρια (λεπτή και μικρή βελόνα). Μπορεί να χρειαστούν πάνω από έξι εβδομάδες θεραπείας για να εμφανιστεί βελτίωση στα συμπτώματα. Η μεθοτρεξάτη μπορεί να συνδυαστεί με άλλα συμβατικά DMARD ή με έναν βιολογικό παράγοντα ή άλλο στοχευμένο συνθετικό DMARD εάν η μεθοτρεξάτη από μόνη της δεν ελέγχει επαρκώς τη νόσο.

Γενικά είναι καλά ανεκτό φάρμακο και οι πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες υποχωρούν με τη μείωση της δόσης ή τη διακοπή του φαρμάκου.

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν στομαχικές διαταραχές, αίσθημα κόπωσης, άφθες στο στόμα και τριχόπτωση. Η σωστή παρακολούθηση είναι κρίσιμη για τον εντοπισμό πιθανών παρενεργειών του φαρμάκου. Ένα μήνα μετά την έναρξη της αγωγής γίνονται εξετάσεις αίματος ώστε να ελεγχθεί η παραγωγή κυττάρων του αίματος από τον μυελό των οστών και η ηπατική- νεφρική λειτουργία. Προβλήματα ηπατικής λειτουργίας μπορεί να εμφανιστούν, αλλά είναι κατά κανόνα αναστρέψιμα με τη διακοπή του φαρμάκου.

Τα άτομα που χρησιμοποιούν μεθοτρεξάτη θα πρέπει επίσης να περιορίσουν τη χρήση αλκοόλ λόγω του αυξημένου κινδύνου ηπατικής βλάβης με αυτόν τον συνδυασμό.

Οι γυναίκες δεν πρέπει να μείνουν έγκυες ή να θηλάζουν ενώ λαμβάνουν μεθοτρεξάτη.

Η σωστή παρακολούθηση είναι σημαντική σε άτομα που λαμβάνουν μεθοτρεξάτη.

Συστήνεται έλεγχος με εξετάσεις αίματος κάθε 3- 4 μήνες.
Όποιος παίρνει μεθοτρεξάτη θα πρέπει να λαμβάνει φυλλικό οξύ (τουλάχιστον 5 mg εβδομαδιαίως) για να μειώσει τον κίνδυνο ορισμένων παρενεργειών, όπως στομαχικές διαταραχές, πληγές στο στόμα, χαμηλό αριθμό κυττάρων αίματος και μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία.

Λεφλουνομίδη
Η λεφλουνομίδη χρησιμοποιείται στη θεραπεία φλεγμονωδών αρθριτίδων όπως είναι η ρευματοειδής αρθρίτιδα και η ψωριασική αρθρίτιδα.

Όταν αρχίσει η δράση της μειώνει τον πόνο, το πρήξιμο και τη δυσκαμψία στις αρθρώσεις

Λαμβάνεται από το στόμα μία φορά την ημέρα. Μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί μαζί με έναν βιολογικό παράγοντα.

Οι πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν εξάνθημα, τριχόπτωση, μη φυσιολογικές δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας, ναυτία, διάρροια, απώλεια βάρους και κοιλιακό άλγος. Η υψηλή αρτηριακή πίεση μπορεί να εμφανιστεί σε έως και 10 τοις εκατό των ανθρώπων.

Απαιτούνται τακτικές εξετάσεις αίματος ένα μήνα μετά την έναρξη της θεραπείας και κατά τη διάρκεια της θεραπείας κάθε 3-4 μήνες για την παρακολούθηση.

 


Οι γυναίκες δεν πρέπει να μείνουν έγκυες ενώ παίρνουν λεφλουνομίδη ή ενώ είναι ακόμη ανιχνεύσιμη στον οργανισμό.

Αζαθειοπρίνη
Χρησιμοποιείται κυρίως σε περιπτώσεις συστηματικού ερυθηματώδους λύκου και άλλων νοσημάτων συνδετικού ιστού, όχι όμως σε ρευματοειδή αρθρίτιδα, ψωριασική ή αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα. Λαμβάνεται από το στόμα μία ή δύο φορές την ημέρα.

Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες της αζαθειοπρίνης περιλαμβάνουν ναυτία, έμετο, μειωμένη όρεξη, ανωμαλίες της ηπατικής λειτουργίας και χαμηλό αριθμό λευκών αιμοσφαιρίων. Συνιστάται να πραγματοποιούνται τακτικά εξετάσεις αίματος κατά τη διάρκεια της θεραπείας με αζαθειοπρίνη.

Παραπάνω πληροφορίες γι αυτά αλλά και για περισσότερα φάρμακα μπορείτε να βρείτε στο website του Συλλόγου Ρευματοπαθών Κρήτης (https://www.srcrete.gr/enimerotiko-yliko/) ή σε ενημερωτικές σελίδες λοιπών συλλόγων (τα links των υπόλοιπων συλλόγων βρίσκονται στην καρτέλα χρήσιμοι σύνδεσμοι)